ΤΑ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙΑ ΠΟΥ ΧΩΡΙΣΑΝ

                       

                           ΕΥΗ ΨΑΛΤΗ: ΤΑ ΣΚΙΟΥΡΑΚΙΑ ΠΟΥ ΧΩΡΙΣΑΝ

 

 

 

 

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό

ήταν δύο φιλαράκια,

δυο ξανθούλια σκιουράκια

που βρισκόντουσαν μαζί

απ΄ το βράδυ ως το πρωί.

 

Ζούσανε σε μια φωλιά

σε μια γερο-πλατανιά

στη μικρή τη συνοικία

 της μεγάλης ρεματιάς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το ένα το φωνάζαν Τζιλ

το άλλο το φωνάζαν Μπιλ.

Ήταν φίλοι αγαπημένοι

κι από αυτό αναγνωρισμένοι

από τα΄ άλλα σκιουράκια,

αλλά κι απ΄ τα ελαφάκια,

τα πουλιά και τους λαγούς,

τους βατράχους τους χοντρούς.

 

Η φιλία τους μεγάλη

μες στον κόσμο δεν είν' άλλη.

Δεν μαλώναν, δεν θυμώναν

πάντα γελαστά κοιτιόνταν

χέρι-χέρι στα κλαδάκια

και ζηλεύαν τα ζωάκια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ήταν τόσο ευτυχισμένα

ποιος να τα αμφισβητήσει;

Στη δική τους την παρέα

άλλος πώς να εισχωρήσει;

 

Μόνο ο βάτραχος ο Κλης

τα κοιτούσε κι απορούσε.

Κάτι δεν κατανοούσε.

Μα σαν το΄ λεγε στους άλλους

κορόιδευαν γελαστά:

«Από ζήλια είναι που βλέπεις

πως κάτι δεν πάει καλά.

Δεν τους βλέπεις; Αγαπιούνται,

μες στα μάτια όλο κοιτιούνται.

Πάντα θα τους βρεις μαζί.

Είναι φίλοι γκαρδιακοί!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μα ο Κλης αναρωτιόταν:

«Και εγώ που τους μπερδεύω;

Που φωνάζω Τζιλ τον Μπιλ

και τον Μπιλ τον λέω Τζιλ;»

 

Ώσπου σκάει το κανόνι

και τον δικαιώνουν όλοι.

Του χειμώνα ένα πρωί

φτάνει η είδηση καυτή:

 

Ζουν τα σκιουράκια χώρια

δεν αντέχουν πια μαζί!

 

 

 

 

 

 

 

Πάει ο Κλης βρίσκει το ένα

μάτια, στόμα θυμωμένα

με οργή και με χολή

σουλατσάρει στο κλαδί.

 

«Τι σας χώρισε; Ρωτάει

και ο Τζιλ του απαντάει:

 

«Δεν αντέχω πια τον Μπιλ

είναι αναίσθητος πολύ.

Όλη μέρα ξαπλαδούρα

στο κλαδί, στη ρεματούλα.

Εγώ τρέχω για νερό

και τα μούρα μας να βρω.

Να μαζέψω βελανίδια

και να σπάσω τα καρύδια.

Κι όταν λέω, κάνε κάτι

Ούτε που μου απαντάει!»

 

 

 

 

Πάει ο Κλης στον Μπιλ πιο πέρα.

Μάτια, στόμα πικραμένα.

Δάκρυ κι αναστεναγμοί

και μαυρίλα στην ψυχή.

 

«Τι σας χώρισε;» ρωτάει

και ο Μπιλ του απαντάει:

 

«Αααχ! Δεν ξέρω τι να πω,

εγώ τον Τζιλ τον αγαπώ.

Κάνει πάντα ό,τι θελήσει

κι ούτε που θα με ρωτήσει.

 

Μα αυτός δεν μ΄ αγαπά

χωρίς λόγο, ξαφνικά,

μου φωνάζει κι επιμένει

άχρηστος πως είμαι λέει.

Λέει δεν τον βοηθάω,

λέει πως του είμαι βάρος

και μου φεύγει το κεφάλι

σαν με λέει χαραμοφάη!»

 

 

 

 

 

 

Πάει ο βάτραχος στο ρέμα

όλα τα΄ χει μπερδεμένα.

 

Μένει άγρυπνος το βράδυ.

Όλη μέρα σκεφτικός.

Ούτε πάλι κλείνει μάτι…

Δύο μερόνυχτα ξυπνός.

 

Τρίτη αυτή όταν ροδίζει

κάτι του ξεκαθαρίζει

και καλεί τα σκιουράκια

να τον βρούνε στα βραχάκια.

 

Πάνε οι σκίουροι τον βρίσκουν

Σε ένα βράχο στο νερό.

Ο Τιλ ακόμα θυμωμένος

Και ο Μπιλ συντετριμμένος

 

«Κάτι έχω» λέει εκείνος «να σας πω».

 

Λέει ο βάτραχος στον Τζιλ:

«Κάτι έκανες στραβά, υποσχέθηκες πολλά,

πως τα πάντα εσύ θα κάνεις

κι έτσι ο Μπιλ θα σ΄ αγαπά.

Πάντα εκείνος αραχτός και εσύ ο οδηγός.

Δεν λογάριασες καλά

πως αυτό ΄ναι μοναξιά!

Για να είναι δύο καλά

κάτι κάνουνε κι οι δυο.

Κι όσο ο ένας επιμένει

τόσο ο άλλος θα βαραίνει!

 

Έκπληκτος κοιτά ο Τζιλ.

Τούτο δεν το΄ σκεφτεί.

Νιώθει ταλαιπωρημένος,

δείχνει να΄ ναι πικραμένος.

Ο θυμός του αργοπεθαίνει,

θλίψη στα ματάκια ρέει.

Λέει με σιγανή φωνή:

«Ξέρεις, είναι παλαβό…

Είναι σα να έχω πει,

πως για να΄ μαστε μαζί

θα υπάρχεις μόνο εσύ!»

 

 

 

 

 

 

 

«Ναι», του λέει ο βατραχάκος

και γυρνά, μιλά στον Μπιλ:

«Και εσύ, τι ειρωνεία!

στη δική σου αγωνία

για να σ΄ αγαπά ο Τζιλ

παραιτήθηκες ευθύς.

 

Η αγάπη παίρνει-δίνει

είναι θέληση κι ευθύνη.

Δεν λογάριασες καλά

πως αλλιώς είν' μοναξιά.

 

Για να είναι δυο καλά

κάτι θέλουνε κι οι δύο

κι όσο κάνεις πως δεν θέλεις

τόσο εσύ θα υποφέρεις.

Και ο άλλος θα νομίζει

ότι τσάμπα σε ταΐζει».

 

 

 

 

Έκπληκτος κοιτά ο Μπιλ

το κεφάλι του βαρύ.

Δείχνει να΄ ναι πικραμένος.

Τούτο δεν το΄ χε σκεφτεί.

Έτσι, λέει μετανιωμένος:

 

«Ξέρεις είναι παλαβό

είναι σαν να΄ πα κι εγώ,

πως για να΄ μαστε μαζί

θα υπάρχεις μόνο εσύ!»

 

«Έτσι μπράβο»! λέει ο Κλης.

«Πάτε τώρα να σκεφτείτε.

Δεν μπορείτε να βρεθείτε

δίχως να επιθυμείτε!

 

Για να γίνει ένα ζευγάρι

πρέπει ο ένας και ο άλλος

πρώτα χώρια να υπάρχει».