Ο ΜΙΣΟΑΡΟΥΡΑΙΟΣ

 

     ΕΥΗ ΨΑΛΤΗ: Ο ΜΙΣΟΑΡΟΥΡΑΙΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό

σε μια τρύπα μες στο χώμα

ζούσε ένας αρουραίος,

σοβαρός και προικισμένος

που' χε στόχο και σκοπό:

 

Έγραφε χοντρά βιβλία

και σκεφτότανε σοφά.

Πάντα απασχολημένος

μόνος, χωρίς μοναξιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γύρω - γύρω τ΄ άλλα ζώα

οι χελώνες κι οι σκορπιοί

σαλαμάνδρες, σαύρες, φίδια

τα πουλιά και τα ζωύφια

λιάζονταν πάνω στις πέτρες

στάλα - στάλα

ευχαριστιόνταν τη ζωή.

 

Όμως, πάντα ο αρουραίος

τους εγέμιζε με δέος

«Τι σοφός! Τι προικισμένος!»

κουβεντιάζαν σιγανά.

Να έμοιζαν σ΄ αυτόν πως θέλαν

Τα δικά τους τα παιδιά!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ώσπου ένα πρωινό

κάποιου Μάη ευωδιαστό

έφτασε μια πεταλούδα

από τόπο μακρινό.

 

Άσπρη, κίτρινη και μωβ

στάθηκε να ξαποστάσει

με ηλιόλουστο κεφάλι

και χαμόγελο ζεστό.

 

Πόσο ανάλαφρη κι ωραία!

Με όλους έκανε παρέα!

Τα ζωύφια και τα ζώα

την αγάπησαν πολύ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ώσπου η φήμη της που απλώνει

πάει στο χώμα και τρυπώνει

κι έτσι βγαίνει ο αρουραίος να τη δει.

 

Πέταξε η πεταλούδα

στο σοφό του κεφάλι,

λίγο σκέρτσο, λίγο νάζι

ο αρουραίος την κοιτά

 

«Είσαι όμορφη» της λέει

«Σαν και σένα δεν είναι άλλη»

 

της μιλά κι αυτή με χάρη

ξέρει να του απαντά !

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και γινήκαν πρώτοι φίλοι!

Κάθε αυγή και κάθε δείλι

θα τους έβλεπες στις πέτρες

χίλια δυο να συζητάν!

 

 

Δείχναν ευχαριστημένοι

στην παρέα τους δοσμένοι

κι απορούσανε τα ζώα

με μια τέτοια συντροφιά.

 

Έτσι, πέρναγαν οι μήνες

μέρες, ώρες και στιγμές.

Ξέχασε ο αρουραίος

ο σοφός, ο προικισμένος

τα σοφά του τα βιβλία, για καιρό.

 

 

 

 

 

 

 

Ώσπου ένα πρωί της λέει:

«Πεταλούδα τώρα πρέπει

να χωρίσουμε οι δυό.

Σ΄ αγαπώ, μα έχω χρέος

στόχο έχω και σκοπό

όσο εδώ δίπλα σου μένω

τη σοφία μου ξεχνώ.

 

Δάκρυσε η πεταλούδα

θλίψη απλώνει στην καρδιά…

Τον κοιτά, καταλαβαίνει

ξέρει τούτο τι σημαίνει

τον φιλάει, τον χαϊδεύει

και πετάει μακριά.

 

Κι έτσι, χάθηκε στ΄ αγέρι

μες στο φως σαν το αστέρι

σαν τον ήχο που δεν ξέρει

που τραβά…..

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γύρισε ο σοφός στο χώμα

στα βιβλία, στο μελάνι

όμως δεν μπορεί να γράψει

είναι η σκέψη του βαριά.

 

Μπρος του χάνονται οι λέξεις

ξεπετούν χρυσά φτερά!

Μες στο χώρο του σκορπίζουν

τον πληγώνουν, τον σαστίζουν

χρώμα γίνονται τον θλίβουν

τον τραβούν στη μοναξιά.

 

Είναι τώρα ο αρουραίος

κατηφής, δυστυχισμένος

η σοφία δεν του φτάνει

γιατί λείπει η συντροφιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Τι θα γίνω; Τι θα γίνω;

Μες στο χώμα αργοσβήνω…

Τι θα γίνω; τι θα γίνω;

τι δεν έκανα σωστά;

 

Μια ζωή ευτυχισμένος

στα βιβλία μου χωμένος

πάντα απασχολημένος

μόνος, χωρίς μοναξιά…

 

Τώρα, όλα έχουν αλλάξει

η χαρά μου έχει πετάξει

πεταλούδα που την πήρε ο βοριάς!…

 

 

 

 

 

 

 

Κι όπως έγειρε στο πλάι

Κουρασμένος απ΄την πάλη

Άρχισε να του μιλάει λόγια ήσυχα η καρδιά:

 

«Για να είσαι ευτυχισμένος

δεν αρκεί η δημιουργία.

Ούτε αρκεί μόνο η φιλία

για να αισθάνεσαι καλά.

 

Αν διαλέξεις μόνο το ένα

στη ζωή σου να΄χεις στόχο

θα΄σαι μισο-αρουραίος

και μισός ως την καρδιά.

 

Η σοφία θέλει αγάπη

στη ζωή για να μπορέσει

να υπάρξει ότι καλό.

Κι η αγάπη χωρίς γνώση

θάναι πάντα αερικό!