ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΑΚΙ ΠΟΥ ΡΩΤΟΥΣΕ

ΕΥΗ ΨΑΛΤΗ: ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΑΚΙ ΠΟΥ ΡΩΤΟΥΣΕ

 

 

 

 

 

«Είν΄ο λόγος της ζωής μαγικός,

τη φωλιά σου να γιομίζεις με αγάπη,

να υφαίνεις κάθε σχέση με χαρά,

ορεξάτα το πρωί να ξεκινάς

με μια κούραση γλυκιά

να κοιμάσαι κάθε βράδυ»

 

 

 

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό

ήταν ένα σπουργιτάκι που απορούσε:

Τάχατες ποιός είν΄ο λόγος

που στον κόσμο τούτο ζούσε;

 

Η μαμά του η σπουργιτίνα

χαμογελαστά κοιτούσε

και γλυκά του απαντούσε:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι ο πατέρας του ο σπουργίτης

που ήτανε μεγάλος χτίστης

του'λεγε πολύ απλά

ότι ζούμε για δουλειά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Η δουλειά είναι χαρά

ευτυχία κι ευλογιά

είν΄σκοπός, δημιουργία

και μας δίνει προστασία.

Γίνε χτίστης σαν και μένα

για να ζείς σωστά κι ωραία».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όμως το μικρό σπουργίτι

κάτι άλλο αναζητούσε.

Έτσι, ένα πρωινό

με έναν αίθριο ουρανό

πέταξε πολύ μακριά

- πέρα, πέρα απ΄τη φωλιά -

κι όποιον εύρισκε ρωτούσε

γιατί ζούσε.

 

 

 

Τότε βρέθηκε μπροστά

στον αγέρα που φυσούσε

κάποιων δένδρων τα κλαδιά.

 

«Πες μου αγέρα δυνατέ

ταξιδιώτη ακούραστε

γιατί ζούμε;»

 

Ο αγέρας στάθηκε.

Φύσηξε, λαχάνιασε,

«Ζούμε να μαθαίνουμε

καθώς ταξιδεύουμε.

Νέα πράγματα σπουδαία

κάθε μέρα.»

 

 

 

 

Τον αγέρα ευχαριστεί

μα η απάντηση φτωχή

και πετάει βιαστικό

ώσπου φτάνει κι ανταμώνει

τη Σελήνη να πλανιέται

πάνω σε ψηλό βουνό.

 

«Πες μου αστέρι μου ωχρό

γιατί έχουμε βρεθεί

στο κόσμο αυτό;»

 

 

 

Κι η σελήνη γελαστά

λέει πως όλα είναι απλά:

 

 

 

 

 

 

«Μάλλον ζεις όπως κι εγώ

να γυρίζεις,

μες στη νύχτα τα σκοτάδια

να φωτίζεις.

Να φοβίζεις το κακό

ότι μαύρο, θλιβερό

να απαλύνεις.»

 

  

 

 

Στο σπουργίτι

δεν του άρεσε ούτε αυτό.

Πέταξε λοιπόν ψηλά,

στη βουνίσια τη πλαγιά

και ακόμα πιο ψηλά,

κει που το κελαριστό ποτάμι

ξεκινά.

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ποταμάκι μου, ποτάμι ζωηρό

να μου πεις μήπως μπορείς

γιατί ζεις και γιατί ζω;»

 

«Ζεις να ρέεις, να απλώνεις

πάντοτε να μεγαλώνεις

σαν στενεύεις να ξεφεύγεις

κάποτε πάλι να στέκεις.

Να δονείσαι, να αφρίζεις

και τη γη να διασχίζεις.

Να κινείσαι ζωντανά

κάθε τι να ξεδιψά.»

 

 

 

 

 

Πέταξε το σπουργιτάκι πάλι μακριά.

Να: Τον ήλιο να ανατέλλει

τώρα συναντά.

 

 

 

 

«Ήλιε μου ηλιάτορα,

φωτεινέ μου άρχοντα

πες μου το να το χαρείς,

γιατί ζω και γιατί ζείς;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γέλασε ο ήλιος φώτισε η πλάση

λάμψανε οι ρεματιές,

λάμψανε τα δάση.

Γέλασε η θάλασσα, χάρηκε η στεριά

στόλισε χρυσόσκονη

κάθε γης γωνιά.

 

  

 

 

 

.

 

 

«Ζεις να φέρνεις ζεστασιά,

να μεστώνεις τα σπαρτά,

να γιομίζεις με χρυσό

χρώμα πάντα ζωηρό

τους ανθρώπους, τα πουλιά

τα λουλούδια, την καρδιά!

 

Ζεις να φέρνεις το καλό

κι ότι είναι αγαπητό.

Τη γιορτή να ξεκινάς

- μια γιορτή Ζεστής Καρδιάς -

μια γιορτή παντοτινή,

όπου οι άνθρωποι Αγαπούν

              και τον Πλάστη ευλογούν

 

 

Με χαρά το σπουργιτάκι

πεταρίζει σαν τρελό.

Αυτό είν΄το μαγικό

της ζωής το μυστικό!!

Η ζωή είναι αγάπη

και παντοτινό καλό!!!

 

Ηλιε μου σ΄ευχαριστώ,

σπίτι μου ταχυά γυρνώ

βρήκα απάντηση σωστή

τι σημαίνει η ζωή!»

 

 

 

 

 

Μα η κούραση βαραίνει τα φτερά του

και η νύχτα σκοτεινή

έρχεται γοργά σιμά του...

έτσι, βρίσκει ένα κλαδί

και ο ύπνος στη στιγμή

το βαστάει στην αγκαλιά του...

 

Ξάφνου! Μες στην ησυχία

στης νυχτιάς την ηρεμία

ήχο ακούει βαρύ, βραχνό

να΄ρχεται απ΄τα βαθειά.

Άνοιξε τα μάτια του

κι είδε δίπλα του να στέκει

μια κουκουβάγια.

 

 

 

 

 

 

«Μη φοβάσαι σπουργιτάκι!..»

λέει το σοφό πουλί.

«Άκουσα μέρες πως ψάχνεις

τι σημαίνει η ζωή.

Θα σου πω εγώ τι ξέρω,

τι έχω μάθει και τι βλέπω:

 

 

 

 

 

Της ζωής μας ο σκοπός

είναι δρόμος κοντινός.

Όλοι ζούμε μια στιγμή

- μια στιγμούλα φωτεινή -

και μετά είναι το τέλος,

... η Σιωπή...»

 

 

 

Τρόμαξε το σπουργιτάκι!

Έπεσε απ΄το κλαδί.

Αυτό μοιάζει αληθινό

και ας είναι φοβερό!

Όλα πάντοτε τελειώνουν

πως δεν το΄χε πριν σκεφτεί!

 

Και το βρίσκει το πρωί

με την όψη θλιβερή.

Με αγωνία στην καρδιά

και να νιώθει μοναξιά...

 

Φόβος, πόνος και λυγμός

νιώθει τόσο δα μικρός

προχωράει πηδηχτά

κλαίει, δεν πετάει πιά ...

 

 

 

Τότε, βρίσκεται μπροστά

σε μιαν αγριομαργαρίτα

πράσινη, άσπρη και ξανθή

μοιάζει σα μια νεραϊδίτσα!

«Γιατί κλαίς μικρό πουλάκι;»

το λουλούδι το ρωτά.

 

«Με έχει αλίμονο γελάσει

του ήλιου η ζεστή λαλιά...

Μου΄πε πως η ζωή είναι Αγάπη

που κρατάει παντοτινά

Μα ήρθε και η κουκουβάγια

που απ΄τα χρόνια είναι σοφή

και μου έδειξε πως τέλος

τέλος πάντοτε θα΄ρθει!»

 

 

 

 

 

 

Του αγρού το λουλουδάκι

το κοιτά με ζεστασιά.

«Αχ! Μην κλαίς μικρό πουλάκι!»

του μιλάει τρυφερά.

«Κοίταξέ με που υπάρχω!

Είμαι όμορφο και λάμπω!

στο ανοιξιάτικο πρωί

μες στης πλάσης τη γιορτή.

  

 

 

Οταν έρθει καλοκαίρι

που η ζέστη η πολλή

το κορμάκι μου θα κάψει,

θα λυγίσω και θα σβήσω

μοναχά σε μια στιγμή.

 

 

 

 

 

 Μα ποτέ δεν θα χαθώ!

 

 

Είναι ο σπόρος μου γερός!

που στο χώμα σαν βρεθεί,

νέο λουλούδι θα γενεί!!!

Και αυτό με τη σειρά του θα αφήσει

σπόρους, έτσι τη ζωή θα συνεχίσει...

 

Ναι μην κλαίς μικρό πουλάκι,

δεν τελειώνει η ζωή!

 

Κάθε άνοιξη αν έρθεις

εδώ πέρα θα με βρείς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι ανακούφιση γλυκιά!

Το σπουργίτι τραγουδά.

Χαιρετά το λουλουδάκι

και πετάει για τη φωλιά.

 

Κι απο τότε, μεγαλώνει

αγαπά, δημιουργεί,

χτίζει, χαίρεται, φροντίζει.

Δεν τρομάζει. Δεν λυγίζει.

Γιατί ξέρει πια καλά:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                       Η ζωή δεν σταματά

τίποτα δεν πάει χαμένο

κι είν΄αυτό σοφά φτιαγμένο!